αρχιβουκόλος


αρχιβουκόλος
ἀρχιβουκόλος και -βούκολος, ο (Α)
ο πρώτος ανάμεσα στους βουκόλους (τίτλος θιασωτών του Διονύσου).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀρχιβούκολον — ἀρχιβούκολος chief herdsman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχι- — (AM ἀρχι ). [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων (κυρίως διοικητικών όρων) της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, καθώς επίσης και ξένων, ελληνογενούς ή μη προελεύσεως, τύπων. Το αρχι , το οποίο λίγο μετά την Ομηρική εποχή άρχισε να αντικαθιστά το… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.